23Ιουλίου2019

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019 21:34 Γράφτηκε από: 

Ανταπόκριση: EJEKT FESTIVAL 2019 (The Cure, Michael Kiwanuka, Ride, Khruangbin, The Steams) @ Πλατεία Νερού

“Αγαπητό μου ημερολόγιο, οφείλω να σου εξομολογηθώ ότι αυτή η βραδιά θα μου μείνει αξέχαστη…”.

Ας μην προτρέχουμε, όμως, και ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Την έναρξη του φετινού EJEKT FESTIVAL ανέλαβαν να πραγματοποιήσουν οι STEAMS, για την ποιότητα των οποίων έχουμε αναφερθεί και στο πρόσφατο παρελθόν, μιας που αφενός το full-length ντεμπούτο τους “Wild Ferment” υπήρξε από τις πλέον ενδιαφέρουσες κυκλοφορίες του 2018, αφετέρου οι ίδιοι στηρίζουν με την ψυχή τους πάνω στη σκηνή το “eastern psych” ύφος τους.

Τα “Black Sand”, “Amdajitr (The Odyssey of Young)”, “Ever Lasting” και “The Harvest” αποτέλεσαν ένα πολύ αντιπροσωπευτικό δείγμα της δουλειάς τους, ενώ όπως είπε και ο Πάνος, “τιμή να σου σπάει χορδή στο Ejekt”. Ακόμη μια σημαδιακή ημερομηνία προστέθηκε στο παλμαρέ των Steams, λοιπόν, και βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή.

Από την άλλη, τους KHRUANGBIN δεν είχαμε την ευκαιρία έως τώρα να τους δούμε στα μέρη μας, οπότε η περιέργεια για ένα από τα hot ονόματα που κυκλοφορούν εκεί έξω, ήταν δεδομένη. Οι Αμερικανοί διόλου δεν μας απογοήτευσαν, καθώς τα instrumental τραγούδια τους είναι ικανά να σε ταξιδέψουν στα σύνορα με το Μεξικό, την ίδια στιγμή που σου καταδεικνύουν πόσο εμφανής είναι η σχέση της surf μουσικής με το ρεμπέτικο (καθόλου τυχαία επιλογή, άλλωστε, το snippet από το “Μισιρλού”).

Ο κόσμος ήταν ήδη μπόλικος στην Πλατεία Νερού, όσο το τρίο από το Houston παρουσίαζε κομμάτια σαν τα “August Twelve”, “Lady and Man”, “Maria También” και “People Everywhere (Still Alive)”, με τη Laura Lee να μας απευθύνει “τηλεφωνικό” χαιρετισμό κάνοντας ακόμη πιο ανάλαφρη την ατμόσφαιρα.

Όσον αφορά τους RIDE, τα πολλά λόγια περιττεύουν, καθώς ήταν δεδομένο πως ο κόσμος ανυπομονούσε για την επιστροφή τους στην Αθήνα, μετά από 26 ολόκληρα χρόνια. Αποτελώντας ένα από τα γκρουπ που όρισαν το shoegaze, οι Βρετανοί μας παρέσυραν με τον κιθαριστικό (και αρκετά πιο δυνατό από όσο έπρεπε) ήχο τους, έχοντας προ των πυλών το νέο τους άλμπουμ “This Is Not a Safe Place”, δεύτερο κατά σειρά έπειτα από την επανασύνδεσή τους.

Τα “Polar Bear”, “Future Love” και “Charm Assault”, μαζί με τα ωραιότατα “Leave Them All Behind” και “Taste”, αλλά και το φρέσκο (και κορυφαίο) “Kill Switch”, ήταν μερικές μόνο από τις στιγμές που οι Ride μας χάρισαν στο ωριαίο set τους.

Ακολούθως, και μπροστά πλέον σε ένα πλήθος που είχε συρρεύσει στο Φάληρο, ο MICHAEL KIWANUKA ανέβηκε στη σκηνή του Ejekt Festival για να μας δείξει και πάλι τον λόγο για τον οποίο είναι από τους πλέον σημαντικούς εκπροσώπους της νέας γενιάς της soul μουσικής.

Δύο χρόνια μετά την πολύ επιτυχημένη πρώτη του εμφάνιση στην Αθήνα, με την κορυφή του βρετανικού πίνακα και αρκετά βραβεία να βρίσκονται σε περίοπτη θέση στο βιογραφικό του, ο 32χρονος Λονδρέζος με καταγωγή από την Ουγκάντα συνόδεψε το λυτρωτικό βραδινό αεράκι με στιγμές σαν τα “One More Night”, “Black Man in a White World”, “Rule the World”, “Father’s Child” και “Home Again”, ενώ βέβαια από το setlist δεν μπορούσαν να λείπουν το “Cold Little Heart”, όπως και το μαγευτικό “Love & Hate”, που προσωπικά μου έφερε στο μυαλό την εξαιρετική σειρά “Seven Seconds” την οποία πρόσφατα είχα την τύχη να παρακολουθήσω.

Από εκεί και πέρα, η ανακοίνωση της επιστροφής των CURE στην Ελλάδα μετά από 14 χρόνια και ο πάταγος που ακολούθησε με τη ζήτηση των εισιτηρίων, έδινε τον αέρα της συναυλίας της χρονιάς στο όλο γεγονός.

Πράγματι λοιπόν, παραπάνω από 20.000 κόσμου, όλων των ηλικιών και των μουσικών “φυλών”, κατέκλυσαν την Πλατεία Νερού για να απολαύσουν τους εμβληματικούς Βρετανούς, γνωρίζοντας πως ίσως αυτή να είναι και η τελευταία ευκαιρία, μιας που οι περιορισμένες εμφανίσεις τους σε συνδυασμό με το μεγάλο κενό που είχε μεσολαβήσει από την τελευταία τους επίσκεψη, θεωρώ πως έδινε και έναν τέτοιο χαρακτήρα σε τούτη βραδιά.

Όπως και να έχει, το σημαντικό είναι ότι οι Cure μας πρόσφεραν μια αξέχαστη εμπειρία, τιμώντας δεόντως την 30ή επέτειο του “Disintegration”, ενός άλμπουμ που δυσκολεύεσαι να περιγράψεις με λέξεις, παρά μόνο με συναισθήματα, έχοντας σύμμαχο έναν κρυστάλλινο ήχο (το μπάσο του Simon Gallup μας διέλυσε), όπως βέβαια και τον Robert Smith σε μεγάλη ερμηνευτική φόρμα, με μια φωνή αναλλοίωτη που μας γύρισε 30 και 40 χρόνια πριν, καθώς και ένα υπέροχο setlist διάρκειας 2,5 ωρών, με τραγούδια επιλεγμένα ένα προς ένα για να μας οδηγήσουν σε αλλεπάλληλους οργασμούς.

Το ξεκίνημα δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς πάρα μόνο με το “Plainsong”, που κατευθείαν άφησε στην ατμόσφαιρα να πλανάται εκείνο το αίσθημα μελαγχολίας/αισιοδοξίας το οποίο οι Cure έχτιζαν και αποδομούσαν καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας τους, ενώ το μαγικό “Pictures of You”, τα “High” και “Just One Kiss”, το τεράστιο “Lovesong”, το εξαιρετικό “Last Dance”, το πανέμορφο “Burn” και τα “Fascination Street” και “Never Enough”, μας είχαν οδηγήσει πλέον σε άλλη διάσταση, μια διάσταση εντελώς ξεχωριστή, αποκλειστική, τη διάσταση των Cure και του Robert Smith.

Διάολε, τον χάζευες να λικνίζεται στο “Push” και αναρωτιόσουν αν έχουν εφευρεθεί τα νούμερα ή τα κοπλιμέντα που μπορούν να μετρήσουν και να αποτυπώσουν ένα τέτοιο καλλιτεχνικό μέγεθος, έναν άνθρωπο που έγραψε αμέτρητα τραγούδια τα οποία ο ρημάδης ο χρόνος δεν πρόκειται να αγγίξει ποτέ, μια περσόνα που έχτισε βήμα βήμα, μακιγιάζ το μακιγιάζ, στίχο τον στίχο, αποξένωση την αποξένωση, επιτυχία την επιτυχία, ένα ολόκληρο image, μια ολόκληρη σκηνή.

Όταν μάλιστα “καπάκι” έρχεται το “In Between Days” – πόσο ιστορικό κι αυτό, άραγε, και πόσο ριζωμένος μέσα μας ο ήχος από τα πλήκτρα του Roger O’Donnell – και αμέσως μετά το “Just Like Heaven”, και όταν ακολουθεί το “From the Edge of the Deep Green Sea”, ένα από τα ομορφότερα τραγούδια σε ολόκληρη τη δισκογραφία των Cure, τότε είσαι ακόμα πιο μακριά, η έννοια γήινος έχει εξαϋλωθεί.

To σπουδαίο αυτό βράδυ συνεχίστηκε με τα “Shake Dog Shake” και “A Night Like This”, ενώ η αναφορά στις ρίζες των Cure, με το κατάλληλο για sing-along “Play for Today” και με το “A Forest”, του οποίου η έναρξη προκάλεσε ανατριχίλα και το τέλος σήκωσε στο πόδι την Πλατεία Νερού, δεν γινόταν παρά να σημειωθεί στα μεγάλα highlights της συναυλίας.

Όπως το ίδιο έγινε και με τα “Primary” και “Want”, που παρέδωσαν τη σκυτάλη στο “39” κι αυτό με τη σειρά του στο “Disintegration”, μια από τις βαθιά προσωπικές ερμηνευτικές στιγμές του Smith.

Όσο για το encore, ήταν ως συνήθως χορταστικό, με τον frontman των Cure να μεταδίδει το κέφι του στην κατάμεστη Πλατεία Νερού, αφού βέβαια πρώτα μας αιχμαλώτισε με το λίκνισμά του στο σπάνιας ομορφιάς “Lullaby”.

Έτσι λοιπόν, τα “The Caterpillar” και “The Walk” που ακολούθησαν, μαζί με το τραγούδι της κοπάνας και των εφηβικών περιπετειών “Friday I’m in Love”, τα “Close to Me” και “Why Can’t I Be You?”, όπου σε κάθε γωνιά στήθηκε χορός, και το “Boys Don’t Cry” που έριξε την αυλαία, μας έδωσαν την αφορμή για το, πολυαναμενόμενο κάθε συναυλιακή σεζόν, “άντε, και καλό καλοκαίρι”, ενώ αντί τούρτας, το Ejekt Festival έσβησε, δηλαδή άναψε, τα απαραίτητα πυροτεχνήματα, για να γιορτάσει τα 15 του χρόνια. Βέβαια, με τους Cure headliners, το γενέθλιο πάρτι είχε κορυφωθεί πριν καν ξεκινήσει.

* Φωτογραφίες: Γιάννης Νέγρης



Gallery

The SteamsThe SteamsThe SteamsThe SteamsThe SteamsThe SteamsThe SteamsThe SteamsThe SteamsThe SteamsKhruangbinKhruangbinKhruangbinKhruangbinKhruangbinKhruangbinRideRideRideRideMichael KiwanukaMichael KiwanukaMichael KiwanukaMichael KiwanukaThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe CureThe Cure

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
comments powered by Disqus

The Last Ones

Also Read


Newsletter