22Νοεμβρίου2019

Δευτέρα, 09 Μαΐου 2016 10:57 Γράφτηκε από: 

Συνέντευξη TWINSANITY: “Πρέπει να είσαι δημιουργός, όχι performer”

Το «βάρος» του να κάνεις την πρώτη συνέντευξη κάποιου είναι τεράστιο. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για τους TWINSANITY.

Τρελοί, Άγγλοι και δίδυμοι. Αγαπούν τη δημιουργία και σου δίνουν να το καταλάβεις τόσο έντονα, που όταν τελειώσεις τη συζήτηση μαζί τους, έχεις πάρει απίστευτη έμπνευση. Μόλις 22 κι έχουν καταφέρει πράγματα που άλλοι παλεύουν χρόνια.

Ο λόγος; Πιστεύουν στο όνειρό τους και το κυνηγούν. Από μουσικοί του δρόμου στο studio, μακριά από ταμπέλες και κόντρες, κάνουν μουσική γιατί το γουστάρουν και φαίνεται σε κάθε λέξη τους. Γνωρίστε τους καλύτερα μέσα από τη συζήτηση που κάναμε λίγες μέρες πριν κυκλοφορήσει ο πρώτος τους δίσκος, με τίτλο “The Quest”. Από μένα, μόνο ευχές για ένα υπέροχο και γεμάτο φως ξεκίνημα…

- Πώς ξεκινήσατε;

Ray: “Τα πρώτα μας ακούσματα ήταν Razastarr και Ψυχόδραμα 07 γύρω στα 14-15 που άρχισαν να διαμορφώνουν και την άποψή μας για τη μουσική γενικότερα, με πράγματα αντιστασιακά, αξιακά και ηθικά. Στην πρώτη λυκείου, κάναμε freestyle στα διαλείμματα του σχολείου.

Ήρθε ένα παιδί, που κάναμε παρέα με τον αδερφό του, μας ρώτησε αν ασχολούμαστε με αυτή τη μουσική και μας είπε ότι θα έκανε live σε ένα μήνα κι αν θα θέλαμε να συμμετάσχουμε. Χωρίς να το σκεφτούμε είπαμε αμέσως «ναι». Κομμάτι δεν είχαμε. Γράψαμε ένα που ήταν μισό στα αγγλικά και μισό στα ελληνικά. Το ηχογραφήσαμε σε ένα studio στον Πειραιά και σε ένα μήνα κάναμε το live στο Λαύριο. Ήταν ένα από τα αγαπημένα μου live”.

Γιάννης: “Ήταν το πρώτο μας live κι έχει μείνει στην καρδιά μου. Είχαμε γράψει το κομμάτι και το είχαμε βάλει στα παιδιά στο σχολείο να το ακούσουν και στο live το μισό κοινό ήξερε τους στίχους”.

R.: “Απίθανο συναίσθημα”!

- Μετά;

R.: “Μετά από αυτό το live, έγιναν 2-3 ακόμα και σταματήσαμε. Γουστάραμε πάντα, αλλά δεν ήμασταν αφοσιωμένοι ακόμα σε αυτό”.

Γ.: “Δεν είχαμε μπει ποτέ στη διαδικασία να το πάρουμε 100% σοβαρά, να γράψουμε πιο πολλά κομμάτια”.

R.: “Η μουσική μας πορεία ξεκίνησε από τα 17 και μετά. Πήρα κιθάρα, έμαθα να παίζω κι αρχίσαμε να τζαμάρουμε. Ακούγαμε και φουλ reggae εκείνη την περίοδο, οπότε ξεκινήσαμε να αυτοσχεδιάζουμε. Αυτό μας βοηθάει ακόμα στο να λέμε κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο τα τραγούδια. Μας αρέσει πολύ αυτό!”

Γ.: “Κάναμε και πολλά τζαμαρίσματα με μια φίλη μας που είχε κι αυτή κιθάρα κι άκουγε reggae. Είχαμε φτιάξει και μια μικρή μπαντούλα. Οπότε μαζευόμασταν σε σπίτια και παίζαμε μουσική. Μπλέκαμε reggae με hip hop. Ένα ragga πράγμα! Ακόμα και το flow μου είναι επηρεασμένο από την κιθάρα του Ray”.

R.: “Δεν είχαμε φίλους να μας φτιάξουν μια hip hop παραγωγή. Βρίσκαμε instrumentals που μας άρεσαν και γράφαμε στίχους σ’ αυτά”.

Photo: Maggie Mor Photography

- Ο δρόμος πώς προκύπτει;

R.: “Κι αυτό τυχαία! Η κοπελιά που είχαμε ξεκινήσει τη μπάντα, μας πήρε μια μέρα τηλέφωνο και μας πρότεινε να πάμε κάτω από την Ακρόπολη να παίξουμε μουσική. Δεν το είχαμε σκεφτεί μέχρι τότε. Γουστάραμε πάρα πολύ”.

Γ.: “Δε νιώθαμε ότι παίζαμε στο δρόμο ή ότι κάναμε κάτι τρομερό. Παίξαμε όπως στο σπίτι μας”.

R.: “Ναι, αλλά βγάλαμε και 20€! (γέλια)”

- Ποια είναι η ανταπόκριση του κόσμου;

Γ.: “Είναι περίεργος ο δρόμος”.

R.: “Υπάρχουν αυτοί που θα περιμένουν να τελειώσεις το κομμάτι και θα σου πουν ευχαριστώ κι υπάρχουν κι αυτοί που θα σε κοιτάξουν σα σκουπίδι, σα να ζητιανεύεις”.

- Δρόμος ή σκηνή;

R.: “Δεν έχει καμία σχέση η αίσθηση του ενός με το άλλο, για δύο λόγους. Από τη μία στο δρόμο παίζουμε και για το μεροκάματο (μετά από κάποια φάση) κι από την άλλη το γουστάρουμε φουλ. Η σκηνή είναι τελείως διαφορετική”.

Γ.: “Άμα δεν αγαπάς αυτό που κάνεις, δεν υπάρχει περίπτωση να βγεις στο δρόμο και να το υποστηρίξεις. Δεν το κάνεις για την εικόνα. Το κάνεις για τη μουσική”.

R.: “Στεναχωριέμαι που βλέπω παιδιά που ξεκινάνε τώρα να ασχολούνται με τη μουσική και τους νοιάζει μόνο να ηχογραφήσουν και να μπουν σε ένα label, αντί να κάνουν μουσική κι όπου τους βγάλει”.

Γ.: “Σε αυτή την ηλικία ανακαλύπτεις την τέχνη και τη δημιουργία. Δε γίνεται να σε νοιάζει η εικόνα. Πρέπει να συνειδητοποιήσεις γιατί σου αρέσει αυτό.

R.: Πρέπει να είσαι δημιουργός, όχι performer”.

- Έχει επηρεάσει ο δρόμος τον τρόπο που γράφετε;

R.: “100% όσα γράφουμε είναι από το δρόμο. Κι όλο αυτό το χύμα και το free μας έχει δώσει θάρρος”.

Γ.: “Θέλει θράσος να βγεις έξω να παίξεις γιατί αντιμετωπίζεις τα πάντα”.

R.: “Κι αυτό μας έχει βοηθήσει και στο live. Μας έχει δώσει ελευθερία”.

Photo: Maggie Mor Photography

- Η απόφαση να ασχοληθείτε με τη μουσική πώς ήρθε;

R.: “Στο στρατό! Παίζαμε ήδη 2 χρόνια έξω και καταλάβαμε ότι αυτό θέλουμε να κάνουμε κι έτσι ξεκινήσαμε να γράφουμε τραγούδια. Δύο στόχους έχουμε στη ζωή μας. Να καταφέρουμε με τη μουσική να ταξιδέψουμε σε όλο τον κόσμο και κάποια στιγμή να βιοποριστούμε από αυτό”.

Γ.: “Η μουσική είναι το καλύτερο «εισιτήριο» να ταξιδέψεις. Ξέρω άτομα που το κάνουν. Είναι άτομα με χαμόγελο. Όταν ασχολείσαι με τη μουσική και γενικότερα δημιουργείς, χτίζεις θεμέλια μέσα σου”.

R.: “Από πάντα ήμασταν «παρμένοι» με τη λέξη δημιουργία. Όχι μόνο στη μουσική, σε όλα τα πράγματα. Νιώθω ότι ως άνθρωπος έχω φτιαχτεί γι’ αυτό. Για να δημιουργώ”.

- Ωραία, τα τραγούδια τα γράψατε. Ο δίσκος πώς ξεκινάει;

Γ.: “Κοίτα, ξέραμε τι θέλαμε να κάνουμε, αλλά δεν ξέραμε τον τρόπο. Εκείνη την περίοδο, το μόνο που ξέραμε ήταν να παίζουμε μουσική στο δρόμο. Δεν είχε περάσει καν από το μυαλό μας να πάμε σε studio και να ηχογραφήσουμε”.

R.: “Τυχαία, μια μέρα πέρασε από εκεί που παίζαμε ο Μελωδός (Ανδρέας Κοτζαμάνης) που κάνει hip hop και γούσταρε πολύ. Μας ρώτησε αν έχουμε παραγωγές ή αν ηχογραφούμε. Κι έτσι μας πρότεινε να μας δώσει παραγωγές και μας γνώρισε στον Παναγιώτη (Ταφ Λάθος), πήγαμε στο Bashment κι αρχές 2014 αρχίσαμε να ηχογραφούμε”.

Γ.: “Τον Παναγιώτη τον σεβόμαστε πάρα πολύ και σαν άνθρωπο και μουσικά σε όλα αυτά που έχει κάνει”.

R.: “Ήταν μεγάλη μας τιμή, ένας άνθρωπος που γνωρίσαμε στα 15 μας μέσα από τη δική του μουσική να μας εμπιστευτεί να κάνουμε δικά μας πράγματα μαζί του. Από εκεί που δεν είχαμε κανέναν μουσικό κύκλο, ξαφνικά βρεθήκαμε σε μια «οικογένεια»”.

- Η συνεργασία με τον B.D.Foxmoor πώς προέκυψε;

R.: “Είχαμε κάνει ένα cypher video με τον Xander, ο οποίος έκανε παρέα με το Ramon και του έδειξε το video. Το έδειξαν στο Μιχάλη, του άρεσε και είπε να πάμε από το μαγαζί. Έτσι γνωριστήκαμε, μας έδωσε κάποιες παραγωγές, όπως το “Snakes and Ladders”, και παίξαμε στον Ελληνικό Κόσμο πέρυσι τον Απρίλιο. Έχουμε ένα project στο μυαλό μας να κάνουμε κάποια στιγμή κι ίσως να στείλουμε στην Αγγλία”.

Γ.: “Απ’ ότι μας είπε, αυτό που γούσταρε πιο πολύ δεν ήταν το όποιο ταλέντο ή ότι ραπάρουμε στα αγγλικά. Ήταν ότι παίζαμε μουσική στο δρόμο. Για εκείνον, δηλώνει θράσος και αφοσίωση”.

R.: “Τεράστια τιμή να μας δώσει μουσική αυτός ο άνθρωπος”.

- Το tour με την «Ελπίδα» πώς ήταν;

Γ.: “Από τις πιο ωραίες εμπειρίες της ζωής μας!”

R.: “Ήμασταν μια πολύ ωραία παρέα στο βανάκι, ταξιδέψαμε, παρτάραμε, γελάσαμε πάρα πολύ, πήραμε ωραία ενέργεια! Να ‘ταν κάθε μέρα έτσι…”

Γ.: “Και μας βοήθησε πάρα πολύ γιατί ήταν τα πρώτα live που κάναμε με τόσο μεγάλο κοινό. Γίναμε πιο επικοινωνιακοί στο stage.”

- Πάμε στο δίσκο τώρα…

R.: “Το δίσκο τον ηχογραφούμε από το 2014. Έχουμε γράψει πάρα πολλά κομμάτια για να καταλήξουμε στα 16 που θα βγουν. Θα έχουν αγγλικό στίχο…”

Γ.: “Εκτός από ένα κομμάτι που έχει και λίγα ελληνικά”.

- Παραγωγές;

R.: “Ξεκίνησε να μας φτιάχνει κάποιες ο Μελωδός και σιγά σιγά αρχίσαμε να γνωρίζουμε περισσότερο κόσμο που μας έδωσε κάποια κομμάτια. Αυτός ο δίσκος είναι πολύμορφος μουσικά. Υπάρχουν και τα πιο σκοτεινά και τα πιο παιχνιδιάρικα. Είναι όσα ζούσαμε όσο το φτιάχναμε. Αρχίσαμε λίγο πιο θετικά, μετά ήρθαν πιο σκοτεινές στιγμές, μετά βάλαμε και πολιτικό στίχο και δικά μας θέματα. Στο δεύτερο δίσκο που θα έχουμε καταλήξει σε κάποιο μουσικό στυλ, θα βρούμε κι έναν beatmaker που να φτιάχνει μόνο εκείνος τα κομμάτια μας”.

Γ.: “Ήταν μια πολύ μεταβατική περίοδος αυτή για μας. Είναι από την αρχή μέχρι το τέλος ένας βιωματικός δίσκος. Μια πρώτη γνωριμία στο 100%”.

- Γιατί αγγλικός κι όχι ελληνικός στίχος;

R.: “Μου αρέσει πάρα πολύ ο ελληνικός στίχος, μιας και ήταν και τα πρώτα μας ακούσματα ελληνικά. Μετά, είδα ότι και στα αγγλικά υπάρχει ποιητικός στίχος. Θυμάμαι κάποιους στίχους να λένε πως όταν έχεις κάτι που αγαπάς, πρέπει να το κυνηγάς και να είσαι εργατικός. Δε γίνεται μια στο τόσο να κάνεις κάτι. Πρέπει να πειθαρχήσεις τον εαυτό σου στη δημιουργία. Κι έτσι ως Άγγλοι, ξεκινήσαμε κι εμείς να γράφουμε στα αγγλικά”.

Γ.: “Είμαι καλύτερος MC στα αγγλικά, παρά στα ελληνικά. Βασικά φοβάμαι ότι αν ραπάρω στα ελληνικά, θα θυμίσω κάποιον άλλον, δε θα είμαι εγώ!”

R.: “Έχεις περισσότερη ευχέρεια να παίξεις με το flow όταν ραπάρεις στα αγγλικά. Να κάνεις περισσότερο παιχνίδι. Μπορεί να φταίνε και οι συλλαβές στον αγγλικό στίχο”.

- Τι είναι για σας το flow;

R.: “Είναι ενέργεια. Δίνει ζωή στο τραγούδι. Αυτό που αν θα τα λέω γρήγορα, αργά, ψηλά, χαμηλά… αυτή η εναλλαγή είναι υπέροχη. Είναι σα μια κιθάρα που σολάρει”.

- “The Quest”: Το όνομα του δίσκου πώς προέκυψε;

R.: “Όταν πρωτοσκεφτήκαμε τον τίτλο δεν κάναμε κάποια ιδιαίτερη ανάλυση. Ήταν αυθόρμητο το αίσθημα. Στην ουσία όμως είναι η «περιπέτεια», του να ολοκληρωθεί ο δίσκος αυτός μέσα σε αυτήν την πολύ μεταβατική περίοδο για εμάς. Μια περίοδο ανακάλυψης και δημιουργίας, είτε αφορά στην τέχνη μας, είτε στις πολιτικές ιδέες μας, είτε γενικότερα στη στάση μας προς τη ζωή και τη διαμόρφωσή της. Ως τίτλος εκφράζει επίσης τον αυθορμητισμό που μας χαρακτηρίζει ως άτομα. Είμαστε… ταξιδιάρες ψυχές!”

- Η εικονογράφηση του δίσκου;

Γ.: “Έχουμε δύο εξώφυλλα. Το πρώτο εξώφυλλο είναι του Βασίλη Γρυπάρη, που είναι γκραφιτάς. Έχει έναν καμβά από λάδι (αυτό με τα κτίρια) που μου αρέσει πολύ. Του το ζήτησα και δέχτηκε με χαρά. Το άλλο εξώφυλλο είναι ενός γκραφιτά από την Κολομβία, που παρακολουθούσα τη δουλειά του από το facebook. Και του ζητήσαμε για το εξώφυλλο και μας ήξερε (δεν ξέρω πώς), γούσταρε και μας έφτιαξε αυτό με τις μάσκες”.

- Η παρουσίαση του δίσκου πότε θα γίνει;

R.: “Ακόμα δεν έχουμε αποφασίσει το πότε. Υπάρχουν μόνο κάποιες συζητήσεις. Σίγουρα θα είναι μετά το καλοκαίρι”.

- Υπάρχει πολιτικός στίχος στα κομμάτια σας;

R.: “Ξεκινήσαμε να γράφουμε με έντονο αντιφασιστικό και κοινωνικοπολιτικό αίσθημα στους στίχους μας. Τον τελευταίο καιρό μας έχουν προσεγγίσει πολλά αυτοοργανωμένα και αυτόνομα φεστιβάλ. Μου αρέσουν πολύ αυτοί οι δύο όροι, γιατί είναι το μέλλον μας. Οι περισσότεροι περιμένουν κάτι από κάποιον και οι αυτόνομες πράξεις είναι κάτι πολύ όμορφο και στην ουσία του επαναστατικό. Παίρνεις την κατάσταση στα χέρια σου”.

Γ.: “Εξελίσσεται ο άνθρωπος έτσι. Δεν περιμένει τίποτα από κανέναν”.

R.: “Δεν είμαι πολιτικοποιημένος στο βαθμό που θα ήθελα να είμαι, αλλά χαίρομαι που γινόμαστε μέρος τέτοιων κινήσεων. Τα στηρίζουμε αλληλέγγυα, έστω κι αν δε συμφωνούμε 100% πολιτικά. Δεν είμαι έτοιμος να πάρω ακόμα μια σαφή πολιτική θέση. Χαίρομαι, ωστόσο, που μπορεί οι στίχοι μου να αποτελέσουν τροφή για σκέψη σε κάποιους ανθρώπους”.

- Πώς θα χαρακτηρίζατε τη μουσική σας;

R.: “Έχουμε μεγάλη ελευθερία έκφρασης στο Bashment. Διαφορετικοί ήχοι, στίχοι και χαρακτήρες μεταξύ μας. Ταμπέλες δεν υπάρχουν στη μουσική. Οι στίχοι μας είναι βιωματικοί. Δεν ακολουθούμε κάποιο ρεύμα. Κάνουμε αυτό που γουστάρουμε. Άρα, η μουσική μας είναι Twinsanity”.

- Ένα μήνυμα για το τέλος;

Γ.: “Μόνο αγάπη και σεβασμός για όσους μας βοήθησαν



E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
comments powered by Disqus

The Last Ones

Also Read


Newsletter