20Νοεμβρίου2018

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018 20:52 Γράφτηκε από: 

Τα στούντιο άλμπουμ των MOGWAI στο μικροσκόπιο

Αν περπατώντας στον δρόμο πετάξεις τη φράση “post-rock”, τότε η πιθανότερη αυθόρμητη απάντηση θα είναι μία.

Εξελίσσοντας διαρκώς τον ήχο τους και αποτελώντας “πουλέν” του αξέχαστου John Peel, οι MOGWAI είναι ένα από τα γκρουπ που έχουν ορίσει τη συγκεκριμένη σκηνή, οπότε ήρθε η ώρα να βάλουμε τα 9 στούντιο άλμπουμ τους στο μικροσκόπιο, με αφορμή τις συναυλίες τους σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, μετά από τη μίνι περιοδεία που έχουν προγραμματίσει στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες και θα κλείσουν τον κύκλο των εμφανίσεών τους για το 2018.

Άλλωστε, έχοντας ιδρυθεί το 1995 στη Γλασκώβη, το “πνεύμα του κακού” (ή “διάβολος” ή “τέρας”), όπως σημαίνει το “Mogwai” στα καντονέζικα, χαρακτηρισμός που έγινε γνωστός από τα περίφημα πλασματάκια στο θρυλικό “Gremlins”, μας έχει προσφέρει εξαιρετικές στιγμές, είτε πρόκειται για LPs, είτε για EPs/singles είτε για soundtracks, οπότε αξίζει και με το παραπάνω μια βουτιά στο σύνολο της δισκογραφίας του.

1997, “Mogwai Young Team” (Chemikal Underground)

Συνοπτικά: Η πρώτη επίθεση της νεανικής συμμορίας, η οποία έχει ήδη δείξει τα όπλα της λίγους μήνες πριν με το “4 Satin” EP. Πρωτόλειο αλλά συνάμα εξαιρετικά ώριμο post-rock, εμβληματικό άλμπουμ για ολόκληρη τη σκηνή, πριν τη διαδικασία ηχογράφησης του οποίου είχαν γραφτεί μονάχα τρία τραγούδια. Στο “R U Still in 2 It”, φωνητικά κάνει ο Aidan Moffat των Arab Strap, ενώ οι Stuart Braithwaite, Dominic Aitchison, Martin Bulloch και John Cummings χρησιμοποιούν ψευδώνυμα στα credits.

Ξεχωρίζουν: Το 16λεπτο - και προσωπικό μου αγαπημένο - “Mogwai Fear Satan” δεν έγινε τυχαία ένα από τα trademark τραγούδια των Mogwai, αποπνέοντας μια αισιοδοξία παρότι είναι εμπνευσμένο από τους εφιάλτες με τον εωσφόρο που έβλεπε ο Dominic “DEMONIC” Aitchison ως παιδί. Φυσικά στα κορυφαία όλης τους της καριέρας ανήκει και το “Katrien”, ενώ το εναρκτήριο “Yes! I Am a Long Way from Home”, το “Summer (Priority Version)” και το σφηνάκι “A Cheery Wave from Stranded Youngsters”, συμπληρώνουν επάξια τη λίστα με τα highlights του πρώτου full-length άλμπουμ της σπουδαίας μπάντας.

1999, “Come On Die Young” (Chemikal Underground/Matador)

Συνοπτικά: Στο δεύτερο κιόλας άλμπουμ τους – και μεγαλύτερο όλων, με διάρκεια 68 λεπτών - οι Mogwai μας προετοιμάζουν ότι δεν θα είναι ένα τυπικό post-rock σχήμα, ότι δεν θα έχουν μανιέρα, αλλά θα προσθαφαιρούν διάφορα στοιχεία δίσκο με τον δίσκο. Ιδιαίτερα μελαγχολική δουλειά, κάτι που φυσικά δεν είναι απαραίτητα κακό, χωρίς, όμως, ιδιαίτερη έμπνευση, με όμοια τραγούδια και με αρκετά χαμηλότερα τον πήχη σε σχέση με τον προκάτοχό της.

Ο τίτλος συνδέεται και πάλι με τις συμμορίες στη Γλασκώβη, ενώ μετά το πέρασμα που είχε κάνει από το “Young Team”, εδώ έχουμε την πρώτη επίσημη συμμετοχή του Barry Burns στους Mogwai, που ως εκ τούτου έχουν πλέον μετατραπεί σε πεντάδα, καθώς και την εξαιρετική παραγωγή του Dave Fridmann, συνεργάτη πολλών συγκροτημάτων σε αυτόν τον τομέα και συνιδρυτή των Mercury Rev, που συμμετέχει στο άλμπουμ και ως πολυοργανίστας.

Ξεχωρίζουν: Το “Christmas Steps”, το μοναδικό που συνδέει τον ήχο του δεύτερου άλμπουμ με αυτόν του πρώτου, καθώς και το “Cody”, το “Year 2000 Non-Compliant Cardia” και το “Ex-Cowboy”, που χτίζεται κομμάτι κομμάτι με τα ντραμς του Martin Bulloch.

2001, “Rock Action” (Matador)

Συνοπτικά: Μετά το μεγαλύτερο, όπως έμελλε να αποδειχτεί, άλμπουμ τους σε διάρκεια, οι Mogwai επιστρέφουν με το 38λεπτο μικρότερό τους και περίπου “επανέρχονται” σε αυτό που αναμέναμε μετά το ντεμπούτο τους. Με συχνή χρήση lead και backing φωνητικών, καθώς και ηλεκτρονικών στοιχείων – όπως στο εναρκτήριο “Sine Wave” - που συναντούμε έκτοτε στον ήχο του σκοτσέζικου συγκροτήματος, η τρίτη full-length δουλειά των Mogwai, ο τίτλος της οποίας προέρχεται από τη δισκογραφική τους, έχει και πάλι στο τιμόνι της παραγωγής τον Dave Fridmann, ενώ στα ουαλικά φωνητικά του “Dial: Revenge” ακούμε τον Gruff Rhys των Super Furry Animals.

Ξεχωρίζουν: Το “2 Rights Make 1 Wrong”, στο οποίο μεταξύ άλλων καλεσμένων συμμετέχουν οι Remote Viewer και αποτελεί ένα από τα τραγούδια που έχει ορίσει τους Mogwai, το “Take Me Somewhere Nice” με τα πανέμορφα έγχορδα και πνευστά, καθώς και το εμμονικό “You Don’t Know Jesus”.

2003, “Happy Songs for Happy People” (Play It Again Sam/Matador)

Συνοπτικά: Αρκετά μονότονο και μοναδικό πραγματικά μέτριο άλμπουμ των Mogwai, αυτό με το οποίο επισκέφθηκαν την Ελλάδα στις δύο πρώτες τους φορές. Στην προκειμένη περίπτωση, τον ρόλο του συνήθη υπόπτου στα (όποια) φωνητικά δεν έχει ο Braithwaite, αλλά οι Burns και Cummings.

Ξεχωρίζουν: Το “Ratts of the Capital”, βγαλμένο από τις ημέρες του “Young Team” και ένα από τα καλύτερά τους συνολικά.

2006, “Mr Beast” (Play It Again Sam/Matador)

Συνοπτικά: Οι Mogwai επιστρέφουν κυριολεκτικά, δείχνοντας ότι ποτέ δεν μπορείς να προβλέψεις το επόμενό τους βήμα. Post-rock θρίαμβος, με τον τίτλο να έχει εμπνευστεί από την πινακίδα “Mr. and Mrs. Beast” που οι Burns και Aitchison είδαν να κρατάει οδηγός ταξί στο αεροδρόμιο της Florida, στην τότε περιοδεία με τους Cure. Τους στίχους και τα φωνητικά στο “I Chose Horses” επιμελείται ο Tetsuya Fukagawa των Envy, τον οποίο είχαμε συναντήσει και στο παρόμοιο αφιέρωμα για τους Mono, ενώ στο τραγούδι συμμετέχει ακόμα ο βραβευμένος συνθέτης Craig Armstrong. Τραγούδια από τον δίσκο, παρουσίασαν οι Mogwai στην τρίτη τους επίσκεψη στην Ελλάδα.

Ξεχωρίζουν: Το εναρκτήριο “Auto Rock” δίνει το στίγμα, ακολουθεί το καταιγιστικό “Glasgow Mega-Snake”, λίγο μετά το “Travel Is Dangerous” και το “Friend of the Night”, και αργότερα τα σκληροτράχηλα “Folk Death 95” και “We’re No Here”.

2008, “The Hawk Is Howling” (Wall of Sound/Play It Again Sam/Matador)

Συνοπτικά: Οι Mogwai επανέρχονται σε μεγαλύτερης διάρκειας άλμπουμ, με μια αποκλειστικά instrumental δουλειά, χωρίς τη χρήση έγχορδων/πνευστών και την παρουσία προσκεκλημένων, παρά μόνο με την πεντάδα των Aitchison, Braithwaite, Bulloch, Burns και Cummings. Ο πιο “κάτι θέλει να πει” δίσκος τους - και ας μην έχει καθόλου στίχους – που συνδυάζει ήπιες με σκληρές στιγμές, ήταν η αφορμή για την 4η επίσκεψη των Mogwai στην Ελλάδα.

Ξεχωρίζουν: Το οργισμένο “Batcat”, ένα από τα τραγούδια που θέλεις οπωσδήποτε να ακούσεις σε μια συναυλία των Mogwai, το “I’m Jim Morrison, I’m Dead”, το “I Love You, I’m Going to Blow Up Your School”, το “Scotland’s Shame”, το “The Precipice”.

2011, “Hardcore Will Never Die, but You Will” (Rock Action/Sub Pop)

Συνοπτικά: Το πιο “πιασάρικο”, εμφατικό και ώριμο άλμπουμ των Mogwai, κυλάει σαν best-of συλλογή, συμπληρώνοντας μια εξαιρετική τριλογία. Και πάλι χωρίς guests (αν εξαιρεθεί ο “6ος Mogwai” Luke Sutherland), με εξαιρετική παραγωγή από τους ίδιους τους Σκοτσέζους, ο δίσκος αυτός έφερε το γκρουπ από τη Γλασκώβη για 5η φορά στην Ελλάδα.

Ξεχωρίζουν: Τι να πρωτοεπιλέξεις από το πανέμορφο post-punk “Mexican Grand Prix”, το “Death Rays”, το “San Pedro”, το “How to Be a Werewolf”, το “George Square Thatcher Death Party”, το “Too Raging to Cheers”, το “White Noise”, καθώς και το doom-ίζων “You’re Lionel Richie”, του οποίου ο τίτλος προέρχεται και πάλι από ένα περιστατικό αεροδρομίου, αυτή τη φορά όταν ο ζαλισμένος Stuart Braithwaite συνάντησε τον Lionel Richie.

2014, “Rave Tapes” (Rock Action/Sub Pop)

Συνοπτικά: Η τριλογία έχει κλείσει και η πεντάδα, χωρίς προσθήκες και πάλι, επαναφέρει τα ηλεκτρονικά στοιχεία, προσφέροντάς μας μια καθ’ όλα ποιοτική δουλειά μεν, ένα σκαλί πιο κάτω από τους προκατόχους τη δε, με την οποία οι Mogwai επισκέφθηκαν την Ελλάδα για 6η και τελευταία έως τώρα φορά. Η φωνή στο “Repelish”, που μιλάει για “τα ανάποδα μηνύματα” στο “Stairway to Heaven” και “τον σατανισμό στη ροκ”, ανήκει στον Reverend Lee Cohen, περσόνα που έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι οι Mogwai.

Ξεχωρίζουν: Το “Hexon Bogon” θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται ηχητικά σε ένα από τα προηγούμενα τρία άλμπουμ των Mogwai, ενώ το μελαγχολικό “Blues Hour”, το Carpenter-ικό “Remurdered” και το “Deesh”, ανήκουν επίσης στα highlights.

2017, “Every Country’s Sun” (Rock Action/Temporary Residence Limited)

Συνοπτικά: Συμπληρώνοντας 20 χρόνια από το ντεμπούτο τους, οι Mogwai συγκεντρώνουν όλες τους τις τάσεις σε έναν δίσκο, που ακόμα και με τον τίτλο του αλλά και ηχητικά, αφήνει μια ηλιαχτίδα ελπίδας. Εξαιρετική δουλειά, η οποία έφτασε έως το Νο2 των charts στη Σκωτία και το Νο6 στο Ηνωμένο Βασίλειο, με τον Dave Fridmann να επιστρέφει στην παραγωγή μετά από το “Rock Action” του 2001 και τους Mogwai να επανέρχονται στη σύνθεση κουαρτέτου, μετά την αποχώρηση του John Cummings.

Ξεχωρίζουν: Το πανέμορφο “Don’t Believe the Fife” μας γυρνάει δυο δεκαετίες πίσω, αλλά ταυτόχρονα ενώνει το τότε με το τώρα, ενώ το “Coolverine” μοιάζει ήδη να έχει γίνει ένα κλασικό Mogwai τραγούδι. Με τη σειρά τους, το πιο σκληρό τoυ άλμπουμ “Old Poisons”, το indie “Party in the Dark”, το “Crossing the Road Material”, το “20 Size” και το “Every Country’s Sun”, συμπληρώνουν επάξια τη λίστα με τα κορυφαία του τελευταίου έως τώρα στούντιο άλμπουμ της συμμορίας μουσικών από τη Γλασκώβη.

* Οι Mogwai εμφανίζονται την Παρασκευή 30 Νοεμβρίου στο Principal Club Theater (23€, 25€ & 28€ / Viva.gr, 11876, Seven Spots, Viva Kiosk Συντάγματος, Viva Spot Τεχνόπολης, Ευριπίδης Βιβλιοπωλεία, αθηνόραμα.gr, Yioleni’s, Kremlino, Musicland, Rover Bar) και το Σάββατο 1 Δεκεμβρίου στο Piraeus 117 Academy (26€, 28€ & 30€ / Viva.gr, 11876, Seven Spots, Viva Kiosk Συντάγματος, Viva Spot Τεχνόπολης, Ευριπίδης Βιβλιοπωλεία, αθηνόραμα.gr, Yioleni’s, Kremlino, Ticket House, TicketHouse.gr). Τη συναυλία της Θεσσαλονίκης ανοίγουν οι Tuber και οι Afformance.



E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
comments powered by Disqus

The Last Ones

Also Read


Newsletter