20Ιουνίου2019

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019 16:00 Γράφτηκε από: 

Οι CURE μέσα στον χρόνο: Αναδρομή στην 40ετή δισκογραφία του εμβληματικού γκρουπ

Η ανακοίνωση της επιστροφής τους μετά από 14 ολόκληρα χρόνια στην Ελλάδα, σήμανε συναγερμό.

Πρόσφατα ενταχθέντες στο Rock and Roll Hall of Fame και με νέο άλμπουμ στα σκαριά μετά από μια 11ετία, οι CURE είναι ένα συγκρότημα του οποίου ο ήχος ξεκάθαρα ορίστηκε από την κατά περιόδους ψυχολογία στην οποία βρισκόταν η εμβληματική μορφή του Robert Smith, μοναδικού σταθερού τους μέλους από το ξεκίνημά τους το 1976 έως και σήμερα. 

Με αφορμή την 6η τους αυτή επίσκεψη στην Ελλάδα, ανοίγουμε το συρτάρι της ιστορίας και ανατρέχουμε στην πορεία των Cure, δίσκο ανά δίσκο, με στόχο να καταγράψουμε τις αλλαγές, τις επιτυχίες και τις αστοχίες ενός γκρουπ, που μοιάζει (και μάλλον είναι σαν) να δημιούργησε μια σκηνή από μόνο του.

1979, “Three Imaginary Boys” (Fiction) / 1980, “Boys Don’t Cry” (Fiction/PVC/Elektra)

Στο δισκογραφικό τους ξεκίνημα, οι Cure δίνουν το στίγμα τους με τα κιθαριστικά riffs και τις μπασογραμμές τους, όπως βέβαια και με την ερμηνεία του Smith, κατατάσσοντας το “Three Imaginary Boys”, το οποίο θα κυκλοφορήσει αργότερα στις ΗΠΑ και την Αυστραλία με τον τίτλο “Boys Don’t Cry” και διαφορετικό tracklist, ως από τα πλέον χαρακτηριστικά post-punk άλμπουμ.

Το “Boys Don’t Cry” είναι ένα από τα τραγούδια που θα ορίσει από νωρίς το βρετανικό γκρουπ, όπως βέβαια και το ντεμπούτο single τους “Killing an Arab”, ενώ στιγμές που επίσης ξεχωρίζουν, είναι τα “Jumping Someone Else’s Train” και “10:15 Saturday Night”, καθώς και η διασκευή, με όλη τη σημασία του όρου, στο “Foxy Lady” των Jimi Hendrix Experience, με τον μπασίστα Michael Dempsey να παίρνει θέση πίσω από το κύριο μικρόφωνο.

1980, “Seventeen Seconds” (Fiction)

Μπορεί η δεύτερη full-length δουλειά των Cure να υστερεί σε συνολική ποιότητα, παρόλα αυτά η ύπαρξη του “Play for Today” και του “A Forest”, δύο εκ των παντοτινών τους ύμνων, καθώς και η μεταγενέστερη αναγνώριση του δίσκου ως εκ των πρώτων θεμελίων του gothic rock, δίνουν στο “Seventeen Seconds” τη δική του σημαίνουσα αξία.

Στην παραγωγή του άλμπουμ, που ολοκληρώνεται μέσα σε επτά ημέρες υπό χαμηλό μπάτζετ, συναντούμε τον Robert Smith μαζί με τον Mike Hedges, το όνομα του οποίου θα συνδεθεί με τους Cure και όχι μόνο (οι Siouxsie and the Banshees, τις συναυλίες, μάλιστα, των οποίων ανοίγουν εκείνη την περίοδο οι Cure, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα στη λίστα), ενώ μετά από το πάγωμα των σχέσεων Smith και Dempsey, ο Simon Gallup έχει αναλάβει πλέον τον ρόλο του μπασίστα.

1981, “Faith” (Fiction)

Στην πρώτη τους σημαντική εμπορική επιτυχία στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην παραγωγή της οποίας βρίσκεται ξανά ο Mike Hedges, μαζί με τους Smith, Gallup και Tolhurst από την πλευρά του γκρουπ, οι Cure συνεχίζουν ως επί το πλείστον στο ίδιο σκοτεινό μονοπάτι (το “Other Voices” με την εξαιρετική μπασογραμμή, του Robert Smith μάλιστα, είναι κορυφαίο δείγμα), ενώ από την άλλη το – δικαίως lead single – “Primary” με τον πιο κλασικό post-punk χαρακτήρα, διαφοροποιείται από το συνολικό ύφος του άλμπουμ.

Το συγκρότημα δεν κάνει ούτε τώρα το μεγάλο του ξεπέταγμα, όμως αυτό έμελλε να είναι θέμα χρόνου, όπως διαπιστώνουμε αμέσως παρακάτω.

1982, “Pornography” (Fiction)

Το πρώτο καθολικά ηχηρό μήνυμα των Cure, λοιπόν, βρίσκεται εδώ. Συνδυασμός του goth ύφους με τον new wave/post-punk ήχο, σε ένα από τα κορυφαία άλμπουμ τους, που ανεξάρτητα αν αντιμετωπίστηκε μάλλον αδιάφορα έως αρνητικά με την κυκλοφορία του (από τους κριτικούς, βέβαια, γιατί στα UK charts έφτασε στο Νο8), δικαίως θεωρήθηκε, εντέλει, ως μια από τις σπουδαιότερες αιτίες για την εξέλιξη του gothic rock.

Στην παραγωγή, μαζί με τους Smith, Gallup και Tolhurst, βρίσκεται για πρώτη φορά ο Phil Thornalley, μετέπειτα μπασίστας των Cure για σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ το σκοτεινιασμένο πνεύμα του γκρουπ, φτάνει με το “Pornography” στο αποκορύφωμά του, εν μέσω καταχρήσεων και τσακωμών, αποτέλεσμα των οποίων είναι η φυγή του Simon Gallup μετά από την κυκλοφορία του άλμπουμ.

Τα υπέροχα “The Figurehead” και “Cold”, όπως και το “Siamese Twins”, είναι αυτά που αντικατοπτρίζουν περισσότερο τη χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ από το γκρουπ, όπως και την κατάθλιψη του ίδιου του Smith, ενώ τα επίσης πανέμορφα “Οne Hundred Years” και “The Hanging Garden”, με την μπασογραμμή του Gallup σαν να έχει γραφτεί ως το κύκνειο άσμα του, μαζί με το “A Short Term Effect”, δείχνουν την κατεύθυνση που θα ακολουθούσαν αμέσως μετά οι Cure.

1983, “Japanese Whispers” (Fiction/Sire)

Τρία hit singles σε αυτή τη συλλογή, οπότε ιδιαίτερη και η σημασία της. Τα “Let’s Go to Bed”, “The Walk” και “The Lovecats”, με το χαρακτηριστικό κοντραμπάσο του Phil Thornalley, είναι από τα τραγούδια των Cure που θα αγαπηθούν περισσότερο, ενώ αξίζει να σημειωθεί πως από εδώ και στο εξής, συναντούμε τον Lol Tolhurst ως κιμπορντίστα και όχι ως ντράμερ, με τον Andy Anderson να αναλαμβάνει για κάποιο διάστημα τα τύμπανα (στο συγκεκριμένο άλμπουμ υπάρχει και μια one-off συνεργασία με τον Steve Goulding).

Οι Cure επανέρχονται στα πρώτα τους “χαρούμενα” επίπεδα, μετά από την αποτοξίνωση του Smith, ο οποίος δίνει ρέστα και ως μπασίστας, ενώ το “Japanese Whispers”, από το οποίο επίσης ξεχωρίζουν τα πιο μελαγχολικά “Just One Kiss” και “Lament”, είναι το πρώτο άλμπουμ των Βρετανών που κερδίζει μια θέση στα charts των ΗΠΑ.

1984, “The Top” (Fiction)

Μετά από το θριαμβευτικό “Pornography”, οι Cure μας μπερδεύουν, καθώς προσπαθώντας να εμπλουτίσουν τον ήχο και να κάνουν το ύφος τους πιο πλουραλιστικό, καταλήγουν σε ένα όχι ιδιαίτερα ποιοτικό αποτέλεσμα και, εντέλει, στη μάλλον πιο μέτρια δουλειά τους, η οποία πάντως, ίσως και λόγω κεκτημένης ταχύτητας, θα ανέβει απευθείας στο Νο10 των charts στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Στην παραγωγή βρίσκουμε το δίδυμο David M. Allen και Robert Smith, ενώ το γρήγορο post-punk “Give Me It” είναι και αυτό που ξεχωρίζει περισσότερο.

1985, “The Head on the Door” (Fiction/Elektra)

Οι Cure επιστρέφουν κυριολεκτικά, με μια από τις σπουδαιότερες δουλειές τους, με την οποία μάλιστα θα ταξιδέψουν στην Ελλάδα για πρώτη φορά, στο ιστορικό Rock in Athens στο Καλλιμάρμαρο.

Το ύφος τους γίνεται πιο mainstream, με τον Smith να υπογράφει αποκλειστικά όλα τα τραγούδια και το άλμπουμ να φτάνει έως το Νο7 στα UK charts και να αποτελεί την πρώτη τους μεγάλη διεθνή επιτυχία, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι Cure παρουσιάζονται πλέον ως κουιντέτο, καθώς η τριπλέτα Robert Smith - Lol Tolhurst - Simon Gallup ενώνεται ξανά, και όλοι μαζί καλωσορίζουν τον Boris Williams στα τύμπανα, όπως και τον Porl Thompson, ως μόνιμο μέλος πλέον, σε κιθάρες και πλήκτρα.

H συνεργασία με τον David M. Allen στην παραγωγή συνεχίζεται, ενώ τραγούδι – προπομπός είναι (ποιο άλλο από) το “In Between Days”. Από την πλευρά τους, το συναυλιακό “The Baby Screams”, τα “Close to Me” και “Push”, από τα πιο χαρακτηριστικά Cure κομμάτια, το “A Night Like This” με το σαξόφωνο του Ron Howe, καθώς και το “Kyoto Song” με την ανατολίτικη εσάνς και την ερμηνεία του Smith, έρχονται να προστεθούν στα highlights.

1987, “Kiss Me, Kiss Me, Kiss Me” (Fiction/Elektra)

Ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει, οπότε με τους ίδιους παίκτες, εξίσου mainstream ύφος και τη δημιουργικότητα στα ύψη, οι Cure κυκλοφορούν τον δίσκο τους με το μακρύτερο tracklist και τη μεγαλύτερη διάρκεια (75’ σε διπλό βινύλιο), που ανεβαίνει ακόμη υψηλότερα στα UK charts (No6), φτάνει έως το Νο2 στη Γαλλία και το Νο4 στη Γερμανία, και για πρώτη φορά μπαίνει στο Top 40 των ΗΠΑ.

Το “Kiss Me, Kiss Me, Kiss Me” είναι μια ακόμα σπουδαία δουλειά και πώς να γίνει διαφορετικά, όταν σε αυτό υπάρχουν το all-time Cure classic “Just Like Heaven”, το χορευτικό και επίσης κλασικό “Why Can’t I Be You?”, το “slow”, όπως θα λέγαμε και στα πάρτι, “One More Time” με την ερμηνεία του Smith, το εισαγωγικό (και κατάλληλο για συναυλιακό εναρκτήριο) “The Kiss”, το “Icing Sugar” με την μπασογραμμή του Simon Gallup και το σαξόφωνο του Andrew Brennen, το χαοτικό “Shiver and Shake”, το “Fight” με τα oriental πλήκτρα, το “All I Want”, το “Torture”.

1989, “Disintegration” (Fiction)

Η ώρα για το magnum opus των Cure, έχει φτάσει. Ο Smith επιστρέφει στα παραισθησιογόνα, αλλάζει και πάλι τον χάρτη ανοίγοντας εκ νέου την πόρτα στη μελαγχολία, το mainstream ύφος πηγαίνει περίπατο χωρίς όμως να παίρνει μαζί του και την εμπορική επιτυχία, καθώς δεν είναι δυνατό το ποτάμι να γυρίσει πίσω, και οι Cure επανέρχονται στο ύφος με το οποίο μεγαλούργησαν στο “Pornography”, ανεβάζοντας όμως ακόμη ψηλότερα τον πήχη.

Από τα σημαντικότερα των 80s, με αρκετές μεγάλης διάρκειας συνθέσεις, το “Disintegration” θα φτάσει στο Νο3 των charts στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Νο2 στη Γερμανία, το Νο3 στη Γαλλία και το Νο12 στις ΗΠΑ, και θα είναι το άλμπουμ με το οποίο οι Cure θα επιστρέψουν στην Ελλάδα, στο Γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας.

Με τη σειρά του, το “The Prayer Tour” σε Ευρώπη και Αμερική, βρίσκει τους Cure να παίζουν μπροστά σε πλήθη, με τον Robert Smith να δηλώνει πως πάντοτε απεχθανόταν την ιδέα και μόνο ότι οι Cure θα γίνουν μια μέρα “stadium rock γκρουπ”, όπως και ότι ο τίτλος “Disintegration” υπήρξε ουσιαστικά προφητικός, καθώς η φυγή του συνιδρυτή του γκρουπ Lol Tolhurst κατά τη διάρκεια παραγωγής του άλμπουμ, ήταν μόνο η αρχή για τη διάλυση της ανίκητης ομάδας.

Τα σύνθια που βρίσκονται σε πρώτη γραμμή, τα επαναλαμβανόμενα κιθαριστικά μοτίβα και η εντελώς προσωπική ερμηνεία του Smith, αντικατοπτρίζονται ξεκάθαρα στην πανέμορφη τριπλέτα των “Plainsong”, “Pictures of You” και “Closedown” που ανοίγει το άλμπουμ, ενώ για το “Lovesong”, τι να πει κανείς, όλες και όλοι έχουμε σιγοτραγουδήσει σε κάποια φάση της ζωής μας “However far away, I will always love you… However long I stay, I will always love you… Whatever words I say, I will always love you… I will always love you…”. Όπως, βέβαια, τι να πει κανείς και για το “Lullaby”. Δύο κομματάρες μαζί σε ένα άλμπουμ, μόνο αυτό.

Όσο για το “Fascination Street” και την μπασογραμμή του Gallup, το πιο εσωστρεφές του άλμπουμ “Prayers for Rain” με τον synth ήχο, το “Disintegration” που μοιάζει με κατάθεση ψυχής και τα μελαγχολικώς πανέμορφα “Last Dance” και “The Same Deep Water as You”, δικαίως βρίσκονται σε αυτόν εδώ τον κορυφαίο δίσκο.

1992, “Wish” (Fiction/Elektra)

Οι Cure ανοίγουν το παράθυρο για να μπει λίγο φως, το οποίο συχνά, όμως, κρύβεται από τα σύννεφα και κάπως έτσι, αναμιγνύοντας τη σκοτεινή με τη λαμπερή τους πλευρά, χωρίς, όμως, να φτάνουν στο προ “Disintegration” mainstream και ενίοτε χορευτικό ύφος, παράγουν έναν εξαίσιο συνδυασμό, στην τελευταία τους σπουδαία δουλειά μέχρι και σήμερα.

Το “Wish”, που θα ανέβει στο Νο1 του πίνακα στο Ηνωμένο Βασίλειο (η μοναδική φορά των Cure), θα φτάσει το Νο2 στις ΗΠΑ (η υψηλότερή τους θέση) και θα είναι υποψήφιο για Grammy στην κατηγορία Best Alternative Music Album, θα αποτελέσει την πρεμιέρα του Perry Bamonte, αλλά και τον αποχαιρετισμό των Boris Williams και Porl Thompson, όπως και του David M. Allen σε επίπεδο παραγωγής.

Προφανώς και το “Friday I’m in Love” ανακηρύχθηκε έκτοτε ο “επίσημος ύμνος” του προ-Σαββατοκύριακου, αποτελώντας μάλλον την πρώτη έκφραση που σου έρχεται στο μυαλό όταν ακούς τη λέξη “Cure”, όμως είναι άδικο να σταθούμε μόνο σε αυτό, όταν στο “Wish” υπάρχουν τα “From the Edge of the Deep Green Sea” και “Cut”, δύο από τα ομορφότερα τραγούδια σε όλη την πορεία του βρετανικού σχήματος, όπως επίσης και το “Trust”, βγαλμένο σαν από το “Disintegration”, μαζί με το “Open”, καταλληλότερο για το “γεια χαρά” του Williams.

1996, “Wild Mood Swings” (Fiction/Elektra)

Οι Cure μοιάζει να βρίσκονται εν μέσω της “αποσύνθεσης” που είχε “προαναγγελθεί”  με το “Disintegration”, όμως βρίσκουν τον τρόπο να συνεχίσουν, προσλαμβάνοντας στα τύμπανα τον Jason Cooper και επιστρατεύοντας ξανά στα πλήκτρα τον Roger O’Donnell, που για σύντομο χρονικό διάστημα είχε αποτελέσει τον αντικαταστάτη του Tolhurst, ενώ συνεργάζονται στην παραγωγή με τον Steve Lyon.

Το άλμπουμ δεν μπορεί, προφανώς, να συγκριθεί με οτιδήποτε έχουν κυκλοφορήσει την τελευταία δεκαετία οι Cure, που χάνουν τον προσανατολισμό τους προσπαθώντας να πράξουν το “λίγο απ’ όλα”, όπως για παράδειγμα στο “The 13th” και το άρωμα Καραϊβικής, ενώ δεν είναι τυχαίο πως το “Wild Mood Swings”, όπως και το “The Top”, υπήρξαν δύο περίπου αδιάφορες δουλειές και σε συναυλιακό επίπεδο.

Παράλληλα, το εμπορικό ενδιαφέρον πέφτει αισθητά, παρόλα αυτά στα charts οι Βρετανοί εξακολουθούν να βρίσκονται αρκετά ψηλά (Νο9 στο Ηνωμένο Βασίλειο και Νο12 στις ΗΠΑ), ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι το 4ετές κενό από την τελευταία τους δουλειά, είναι και το μεγαλύτερο που έχουν επιδείξει έως τότε, όμως αυτό έμελλε να παρουσιάσουν και τα επόμενα χρόνια, μέχρι το τελευταίο τους, έως σήμερα, άλμπουμ, το 2008.

Δυστυχώς η πλειάδα μουσικών με έγχορδα και πνευστά που φιλοξενούνται στο “Wild Mood Swings”, δεν καταφέρνει από μόνη της να ανεβάσει το επίπεδο, καθώς είναι αρκετά δευτερεύων ο ρόλος της, ενώ όαση αποτελεί το πολύ όμορφο “Want”, από αυτά που θα ήθελες να ακούσεις ως εναρκτήριο τραγούδι σε συναυλία τους.

Να αναφερθεί τέλος πως ένα χρόνο πριν από την κυκλοφορία του άλμπουμ, οι Cure είχαν εμφανιστεί στο Γήπεδο της Λεωφόρου, παρουσιάζοντας και καινούρια τραγούδια.

2000, “Bloodflowers” (Fiction)

Η αγαπημένη μελαγχολία επανέρχεται μετά από τα “πειράματα” στον προηγούμενο δίσκο, οπότε δεν είναι και τυχαίο ότι το 2002 - που θα είναι μάλιστα και η χρονιά επιστροφής τους στην Αθήνα, στο Shockwave Festival στον υπαίθριο χώρο του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού - οι Cure θα επιλέξουν να παίξουν ολόκληρα τα “Pornography”, “Disintegration” και “Bloodflowers” στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο, κυκλοφορώντας, μάλιστα, το γερμανικό διήμερο στο DVD “The Cure: Trilogy”

Χωρίς να πιάνει τα εκπληκτικά επίπεδα των δύο “προκατόχων” του, το “Bloodflowers” είναι “ξεκάθαρα Cure”, φέρνοντας για δεύτερη φορά τους Βρετανούς στη θέση των υποψηφίων για το Grammy στην κατηγορία Best Alternative Music Album.

Στην παραγωγή, το βρετανικό σχήμα συνεργάζεται με τον Paul Corkett, εκ των αρκετών μηχανικών ήχων που είχαν δουλέψει στο “Wild Mood Swings”, ενώ κορυφαίες στιγμές αποτελούν το “Maybe Someday” με το κολλητικό ριφάκι, μάλλον προσωπικό μου αγαπημένο Cure τραγούδι, που μου θυμίζει έντονα τα φοιτητικά μου χρόνια, μαζί με το πανέμορφο “Bloodflowers” και το 11λεπτο “Watching Me Fall”.

2004, “The Cure” (I AM/Geffen)

Μετά από 25 χρόνια στη Fiction, οι Cure μετακομίζουν στην Geffen, η οποία κυκλοφορεί το ομώνυμό τους άλμπουμ μαζί με την εταιρία του Ross Robinson, που βρίσκεται στο τιμόνι της παραγωγής.

Το αποτέλεσμα μιας εξ ολοκλήρου live ηχογράφησης στο στούντιο, είναι σε σημεία αυτό το ογκώδες που ούτως ή άλλως θα αναμέναμε από τον Robinson, εξαιτίας της θητείας του σε γκρουπ του σκληρού ήχου, ενώ με το “The Cure” οι Βρετανοί θα μας επισκεφθούν για τελευταία φορά, το 2005 στο TerraVibe Park.

Ο δίσκος του οποίου το εξώφυλλο αποτελείται από ζωγραφιές ανιψιών του Smith, θα ανέβει στο Νο8 στο Ηνωμένο Βασίλειο και στο Νο7 στις ΗΠΑ, ενώ το κορυφαίο “The Promise”, το δικαιωματικά lead single “The End of the World” και το “Taking Off”, είναι αυτά που ξεχωρίζουν.

2008, “4:13 Dream” (Suretone/Geffen)

Χωρίς να είναι το πιο μέτριο άλμπουμ των Cure, αυτό είναι μάλλον το πιο “ανάλατο”, χωρίς “ένταση” όπως θα έλεγαν και οι τηλεοπτικοί μάγειροι.

Στη σύνθεση του βρετανικού σχήματος βρίσκουμε αλλαγές μετά από αρκετά χρόνια, αφενός με την (προσωρινή) επιστροφή του Porl Thompson, στη θέση του Perry Bamonte, και αφετέρου με τη φυγή του Roger O’Donnell (θα επιστρέψει για δεύτερη φορά μερικά χρόνια αργότερα), ενώ είναι χαρακτηριστικό πως ο Smith στόχευε αρχικά σε διπλή κυκλοφορία, συνδυάζοντας το γνωστό “χαρούμενο/λυπημένο” ύφος, παρόλα αυτά, αρκετά από τα τραγούδια παραμένουν έως και σήμερα στο ράφι.

Οι Cure συνεργάζονται αυτή τη φορά με τον Keith Uddin στην παραγωγή, ενώ πέφτουν αρκετές θέσεις στα charts, με το “Sleep When I’m Dead”, του οποίου η “σκούφια” κρατάει από το “The Head on the Door” του 1985, μαζί με το “Switch”, να καταγράφονται ως highlights.

* Οι Cure εμφανίζονται την Τετάρτη 17 Ιουλίου στο Ejekt Festival στην Πλατεία Νερού μαζί με τους Michael Kiwanuka, Ride, Khruangbin και Steams (45€, 50€ & 55€ αρένα – 100€ & 130€ VIP / Viva.gr, Public.gr, Public, Seven Spots, Reload Stored, Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης).



E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
comments powered by Disqus

The Last Ones

Also Read


Newsletter