20Οκτωβρίου2020

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2020 18:50 Γράφτηκε από: 

Δισκοκριτική: METALLICA + SAN FRANCISCO SYMPHONY - “S&M 2”

Τι περίεργη εποχή για να κυκλοφορούν live albums, ποιος να το 'λεγε δηλαδή, τουλάχιστον όμως παίρνουμε μια γεύση από την αγαπημένη μας ασχολία, που δεν είναι άλλη από τις συναυλίες.

Ένα χρόνο πριν, Σεπτέμβρη του 2019, οι METALLICA και η SAN FRANCISCO SYMPHONY βρέθηκαν ξανά μαζί, μια 20ετία μετά την πρώτη τους, εξαιρετική φυσικά, συνεργασία και το αποτέλεσμα το έχουμε σήμερα στα χέρια μας με το “S&M 2” (Blackened Recordings).

Οι δύο συναυλίες πραγματοποιήθηκαν ως το grand event για τα εγκαίνια του Chase Center στο San Francisco, καινούριας έδρας των Golden State Warriors μεταξύ άλλων, ενώ με την άκρως επιτυχημένη μεταφορά τους στους κινηματογράφους (ρεκόρ εισπράξεων όλων των εποχών για rock προβολή), οι Metallica μάλλον πήραν το αίμα τους πίσω από το φιάσκο με το “Through the Never” (2013).

Όσον αφορά την πολυβραβευμένη San Francisco Symphony, στη θέση του μαέστρων (ο αείμνηστος Michael Kamen κρατούσε τις μπαγκέτες το '99) συναντούμε τον Edwin Outwater, όπως και τον Michael Tilson Thomas, επί 25ετίας μουσικό διευθυντή της ορχήστρας και προσωπικό φίλο των Metallica.   

Από εκεί και πέρα, είναι λογικό το “S&M 2” να μην μπορεί να μας προκαλέσει το ίδιο “σοκ” με το “S&M”, που το είχαμε λιώσει τότε βεβαίως βεβαίως (αποχαιρετιστήριος δίσκος, μάλιστα, του Jason Newsted - πλάκα πλάκα ο μάστορας Robert Trujillo κοντεύει να συμπληρώσει 20 χρόνια στους Metallica, γεράσαμε...), όμως αναμφισβήτητα οι 2,5 ώρες που μεσολαβούν από την έναρξη ως τη λήξη του άλμπουμ, είναι ένα ακόμη δώρο για την ακοή μας, από το μεγαλύτερο metal συγκρότημα της ιστορίας και από μια ορχήστρα-θρύλο.

Το setlist είναι αρκετά διαφοροποιημένο σε σχέση με την πρώτη συνεργασία των δύο πλευρών (ευκαιρία, άλλωστε, για τους Metallica να προωθήσουν ακόμα περισσότερο το “Hardwired... to Self-Destruct” του 2016), ενώ ιδιαίτερη μνεία οφείλει να γίνει στο “The Ecstacy of Gold”, εναρκτήρια συναυλιακή μουσική του γκρουπ εδώ και δεκαετίες, μιας που ο αξεπέραστος δημιουργός της Ennio Morricone μάς άφησε πρόσφατα, εξ ου και μία κάπως μεγαλύτερη ανατριχίλα πλέον όταν το ακούμε.

Όπως και το 1999 (ακολούθως βραβευμένο με Grammy), το “The Call of Ktulu” βάζει τους Metallica στο γήπεδο, ενώ το μακελειό ξεκινάει αυτή τη φορά με ποιο άλλο από το “For Whom the Bell Tolls”. Με τη σειρά του, το (πανέμορφο, ούτως ή άλλως) “The Day That Never Comes” λειτουργεί στο “S&M 2” περίπου σαν το “Bleeding Me” στο “S&M”, καθώς όσο το ακούς με την ορχήστρα, τόσο το εκτιμάς όλο και περισσότερο, ενώ το “The Memory Remains” αποτελεί ένα από τα highlights, όπως και στον πρώτο δίσκο, με τον κόσμο να τραγουδά ακόμα και όταν το κομμάτι έχει τελειώσει.

Τη σκυτάλη παίρνουν εν συνεχεία τα “Confusion” και “Moth into Flame” από το τελευταίο άλμπουμ των Metallica, διατηρώντας υψηλά το ενδιαφέρον, ενώ αμέσως μετά έρχεται το “The Outlaw Torn” (μαζί με το προαναφερόμενο “Bleeding Me”, οι δύο κορυφαίες στιγμές του συγκροτήματος από την εποχή του “The Black Album”), το οποίο, ακριβώς όπως και την πρώτη φορά με τη San Francisco Symphony, μας αφήνει άφωνους.

Πανάξια εδώ και το εξαιρετικό “No Leaf Clover”, που είχε κυκλοφορήσει τότε ως ολοκαίνουριο τραγούδι με την ορχήστρα, ενώ το “Halo on Fire” κλείνει το πρώτο μέρος με τον καλύτερο τρόπο.

Από την πλευρά του, το δεύτερο μέρος είναι αρκετά ιδιαίτερο, ξεκινώντας με το καλωσόρισμα του Lars Ulrich στους fans των Metallica από διάφορες γωνιές του πλανήτη και ακολούθως με τα λόγια του Michael Tilson Thomas, ο οποίος κάνει την εισαγωγή σε δύο ιστορικές συνθέσεις, αφενός το “The Scythian Suite” του Sergei Prokofiev, αφετέρου το “Iron Foundry του Alexander Mosolov, που αποτελεί και το σημείο όπου οι Metallica επανέρχονται στη σκηνή.

Από εκεί και ύστερα, η ένταση σταδιακά κλιμακώνεται, καθώς μετά το “The Unforgiven III”, όπου τη φωνή του James Hetfield συνοδεύει αποκλειστικά η ορχήστρα, καθώς και την ακουστική εκδοχή-έκπληξη του “All Within My Hands” (διάολε, από το “St. Anger”!), αναλαμβάνει δράση το “(Anesthesia) Pulling Teeth”, αφιερωμένο στη μνήμη του γίγαντα Cliff Burton.

Και μετά, αρχίζει το γλέντι. Έχουμε στη σειρά “Wherever I May Roam”, “One” και “Master of Puppets”, οπότε προφανώς και το Chase Center σηκώνεται στο πόδι, ενώ το, κομμάτι-σύμβολο για τα χρόνια του δημοτικού (ουφ, γεράσαμε...), “Nothing Else Matters”, μαζί με την τότε αλητεία “Enter Sandman”, ρίχνουν την αυλαία μιας ακόμη ιστορικής συνύπαρξης.



E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
comments powered by Disqus

The Last Ones

Also Read


Newsletter